Διαταραχές Διατροφής: Διάγνωση και Αιτιολογία

Οι διαταραχές διατροφής διακρίνονται στη νευρική ανορεξία, την ψυχογενή βουλιμία, και τη διαταραχή διατροφής μη προσδιοριζόμενη αλλιώς. Ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη των διαταραχών αυτών περιλαμβάνονται το οικογενειακό ιστορικό τέτοιας διαταραχής ή παχυσαρκίας, η ύπαρξη συναισθηματικής διαταραχής ή αλκοολισμού σε συγγενείς πρώτου βαθμού, η ενασχόληση με αθλήματα που προϋποθέτουν το αδύνατο σώμα, η διατροφική συμπεριφορά και το βάρος των γονέων, η σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η δυσαρέσκεια προς την εικόνα σώματος, καθώς και το ιστορικό συχνής δίαιτας, υπερβολικής άσκησης, και αποφυγής γευμάτων. Αναφορικά με τον επιπολασμό τους, φαίνεται ότι το 4-5% των εφήβων εμφανίζουν συμπτώματα κάποιας διαταραχής διατροφής, με την ανορεξία να είναι 10-20 φορές συχνότερη στις γυναίκες, αφορώντας το 0,5-1% εφήβων κοριτσιών, και παρουσιάζοντας αύξηση την τελευταία δεκαετία, και με συχνότερη ηλικία εμφάνισης το μέσον της εφηβείας.

Για την αιτιολογία έναρξης της νευρικής ανορεξίας, φαίνεται ότι παίζουν ρόλο βιολογικοί παράγοντες (ενδογενής άρνηση πείνας, μειωμένη νορεπινεφρίνη), κοινωνικοί (κοινωνικά επιθυμητή ισχνότητα, διαταραγμένες σχέσεις με γονείς, προσπάθεια προσέλκυσης προσοχής, οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης, αλκοολισμού ή διαταραχών πρόσληψης τροφής), καθώς και ψυχολογικοί παράγοντες (η ενασχόληση με το σωματικό βάρος υποκαθιστά τις φυσιολογικές εφηβικές αναζητήσεις, παίρνει τη μορφή ιδεοληψίας, μειώνεται η αίσθηση αυτονομίας και λειτουργικότητας, και αυξάνεται η αίσθηση ότι το σώμα ελέγχεται από τους γονείς). Η έναρξή της έγκειται μεταξύ των 10 – 30 ετών, με αυξημένη συχνότητα μετά τα 13 έτη, και το 85% των περιπτώσεων να εμφανίζει τη διαταραχή σε ηλικία  13 – 20 χρονών, ενώ η διάγνωση της διαταραχής βασίζεται στα κριτήρια που έχουν διατυπωθεί στο DSM-IV. Οι τύποι στους οποίους διακρίνεται είναι ο περιοριστικός και ο καθαρτικός, ενώ άλλα χαρακτηριστικά της συνιστούν η κρυφή πρακτική της απώλειας βάρους του ατόμου, η δραστική μείωση των γευμάτων των πλουσίων σε υδατάνθρακες και λίπη, η απώλεια της όρεξης στα προχωρημένα της στάδια, επεισόδια υπερφαγίας τη νύχτα, συνεχής ενασχόληση με την τροφή, τελετουργικές ασκήσεις, και αντίσταση στη θεραπεία. Η προσωπικότητα των ασθενών αυτών χαρακτηρίζεται συνήθως από ακαμψία, τελειοθηρία, άγχος, ψυχαναγκαστικές κλοπές, κατάθλιψη και καθυστερημένη σεξουαλική ανάπτυξη. Οι σωματικές επιπλοκές από την απώλεια βάρους αφορούν στην καχεξία, στο καρδιαγγειακό σύστημα, στο πεπτικό και γαστρεντερικό σύστημα, στο δερματολογικό, στο μυοσκελετικό, στο αναπαραγωγικό, και στο νευροψυχιατρικό, ενώ οι σωματικές επιπλοκές από τις καθαρτικές συμπεριφορές αφορούν στο μεταβολικό σύστημα, στο πεπτικό – γαστρεντερολογικό, στο οδοντικό, καθώς και στο νευροψυχιατρικό. Η συννοσηρότητα της διαταραχής συνήθως περικλείει τη μείζωνα κατάθλιψη (50%), διαταραχές προσωπικότητας, χρήση ουσιών, αυξημένες αυτοκτονίες στον καθαρτικό τύπο, διαταραχές του αυτιστικού φάσματος, και αγχώδεις διαταραχές με κυρίαρχη την ιδεοψυχαναγκαστική. Παρόλο που η πρόγνωση της ψυχογενούς ανορεξίας είθισται να μην είναι καλή, ανάμεσα στους καλούς προγνωστικούς παράγοντες είναι η παραδοχή της πείνας, η λιγότερη άρνηση, και η βελτιωμένη αυτοεκτίμηση, ενώ ανάμεσα στους κακούς περικλείονται οι συγκρούσεις γονέων, η ψυχογενής βουλιμία, οι έμετοι, τα υπακτικά, τα ιδεοψυχαναγκαστικά, καταθλιπτικά κλπ συμπεριφοριολογικά συμπτώματα, και η άρνηση. Τέλος, η θεραπεία της μπορεί να γίνει είτε μέσω νοσηλείας, είτε μέσω ψυχοθεραπείας του ασθενή και της οικογένειάς του, είτε μέσω φαρμακοθεραπείας, είτε και με συνδυασμό αυτών. Συνέχεια

Advertisements